ἐρασιχρήματος

ἐρᾰσιχρήμᾰτος, ον,
A loving money, X.Mem.1.2.5, Philostr.VS2.29.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερασιχρήματος — ἐρασιχρήματος, ον (AM) αυτός που αγαπά υπερβολικά το χρήμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος] …   Dictionary of Greek

  • ἐρασιχρήματος — loving money masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρηματώτερον — ἐρασιχρήματος loving money masc acc comp sg ἐρασιχρήματος loving money neut nom/voc/acc comp sg ἐρασιχρήματος loving money adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρήματον — ἐρασιχρήματος loving money masc/fem acc sg ἐρασιχρήματος loving money neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρημάτοις — ἐρασιχρήματος loving money masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρημάτου — ἐρασιχρήματος loving money masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρημάτους — ἐρασιχρήματος loving money masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιχρήματοι — ἐρασιχρήματος loving money masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.